ΕΞΩΤ. ΑΔΕΙΑ ΛΕΩΦΟΡΟΣ - ΜΕΡΑ
Βροχή πάνω σε ακινητοποιημένη κίνηση. Ένα πυροσβεστικό με τη μηχανή αναμμένη, πόρτες ανοιχτές, χωρίς πλήρωμα. Στην άκρη της λεωφόρου, ανάμεσα σε δύο πύργους, κάτι στο μέγεθος κτιρίου σέρνεται προς το μέρος μας.
Ο ΕΛΑΪ (30 και κάτι), ένα σακίδιο στον έναν ώμο, είναι ο μόνος που περπατά. Σταματά.
Η ομίχλη ανοίγει. Δύο κόκκινα μάτια ανοίγουν, το καθένα πιο φαρδύ από λεωφορείο.
Το πλάσμα ανορθώνεται. Τα πλοκάμια του ξεδιπλώνονται πάνω από τις ταράτσες, αργά και βαριά. Μια σειρά παράθυρα σκάει.
ΕΛΑΪ
(μόλις μια ανάσα)
Δεν επιτίθεται. Κάτι ψάχνει.
Γυαλιά βρέχουν γύρω του. Κοιτάζει ψηλά. Δεν τρέχει.
ΕΞΩΤ. ΑΔΕΙΑ ΛΕΩΦΟΡΟΣ - ΓΕΝΙΚΟ - ΣΥΝΕΧΕΙΑ
Ένας άντρας στη μέση του δρόμου. Ένα τέρας στην άκρη του. Χαμηλώνει το κεφάλι στο ύψος του.
ΚΟΒΕΙ ΣΕ:













































